υπερανατίθεμαι


υπερανατίθεμαι
Α
ανατίθεμαι πάνω από κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ-* + ἀνατίθεμαι «τοποθετώ πάνω σε κάτι»].

Dictionary of Greek. 2013.